h1

Για την Ρόζα (Μέρος Δεύτερο – Machester)

Δεκέμβριος 12, 2009

(c) Theilr 2006, CC Attribution ShareAlike 2.0 Generic

Βρήκα πάλι χρόνο να γράψω σε ένα τρένο από Manchester για Λονδίνο μισοάδειο από ανθρώπους και μυρωδιές.

Βλέπω τα φώτα να περνάνε με διαφορετικές ταχύτητες και τροχίες έξω από το παράθυρο μου που τρίζει περισσότερο από όσο θα δικαιολογούσαν τα λεφτά που έδωσα για το εισιτήριο μου το πρωί. Στο iPod ο Αργύρης Μπακιρτζής τραγουδάει τους Παραλληλισμούς του Καββαδία και το μυαλό μου για κάποιον απροσδιόριστο λόγο γυρίζει πάλι στα λατρεμένα μου 1990s και τις εικόνες που έχω μαζέψει από το τρένο στη μυθική διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Κάπου στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα, περίπου την ίδια εποχή που ο Σαμαράς έκανε τις πρώτες του ομιλίες ως αρχηγός της Πολιτικής Άνοιξης στη Θεσσαλονίκη κι ενώ δεν είχαν περάσει ακόμη τα δέκα επόμενα χρόνια στα οποία θα τα ξεχνάγαμε όλα, αποφάσισα ότι είχα άμεση ανάγκη να κατέβω για λίγο στην Αθήνα.  Βρέθηκα να περιμένω το τρένο (το “αργό”) μαζί με ένα κουβάρι από ανθρώπους σε μια αποβάθρα η οποία δεν διατηρούσε τις πλέον φιλικές σχέσεις ούτε με το ηλεκτρικό, αλλά ούτε και με το νερό. Δίπλα μου ήταν μία κυρία σε αυτή την απροσδιόριστη ηλικία που κυμαίνεται ανάμεσα στην έκτη δεκαετία και την αιωνιότητα. Στεκόταν αγέρωχη, με το χαμόγελο του ανθρώπου που είχε περιμένει αρκετά, ώστε να γνωρίζει ότι ούτε οι βρισιές, ούτε οι φωνές μπορούσαν να βελτιώσουν τις επιδόσεις της αμαξοστοιχίας που -όταν με το καλό θα ερχόταν- θα μας πήγαινε κάποια στιγμή και στην Αθήνα. Δίπλα της είχε μια μαύρη βαλίτσα μεγάλη, σκονισμένη και μαύρη, που η προέλευσή της φαινόταν να χάνεται, όπως και της ιδιοκτήτριάς της, στα βάθη του χρόνου.

– Αγόρι μου, θα μπορούσες να με βοηθήσεις με τη βαλίτσα όταν έρθει το τρένο με το καλό;

Ο αέρας μύριζε νοτισμένο καπνό και ιδρώτα και η μαύρη βαλίτσα φαινόταν μέσα στα πλαίσια των μυϊκών μου δυνατοτήτων. Δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλά όταν ήρθε το τρένο με περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Η μαύρη βαλίτσα ήταν πιο βαριά κι από τις αμαρτίες όλων των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης μαζί. Καθώς η μηχανή του τρένου έσερνε αργά το σκονισμένο της κορμί μέσα στο σταθμό, η γηραιά κυρία όρμησε προς την πόρτα με την ευλυγησία και τη στιβαρότητα του Σχορτσανίτη στα γήπεδα της Σαϊτάμα. Προσπάθησα να ακολουθήσω, αλλά η βαλίτσα είχε διαφορετική γνώμη. Με τα πολλά κατάφερα όχι μόνο να την μετακινήσω, αλλά και να την ανεβάσω στο τρένο. Βρήκα την κυρία να κάθεται σε ένα κουπέ και να με περιμένει με την κατανόηση του νικητή προς το νικημένο.

Δεν έμαθα ποτέ τι είχε μέσα η βαλίτσα (εργαλεία, σκυρόδεμα, το πτώμα του άντρα της και της παράνομης σχέσης του, όλα τα παραπάνω μαζί;). Ούτε και τόλμησα να ρωτήσω. Μόνο, καθώς η αμαξοστοιχία άφηνε τη συμπρωτεύουσα, στηρίχτηκα στο παράθυρο κι έμεινα να κοιτάζω το σακάκι του διπλανού μου καθώς προσπαθούσα να ξαναβρώ την αναπνοή μου. Ήταν λαδί, με μεγάλα καρό τετράγωνα, σηκωμένα μανίκια κι ένα συνδυασμό χρωμάτων που θα μπορούσα άφοβα να χαρακτηρίσω ως επώδυνο. Ήταν το σακάκι του Ταμτάκου.

– Ποιος σου είπε ότι δεν ξέρω τον Ταμτάκο;

Η ερώτηση της Ρόζας με έκανε να αναρωτηθώ σοβαρά για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η ελεύθερη πρόσβαση στα πολιτιστικά αγαθά της δεκαετίας του 1980 στη νέα γενιά. Γιατί, καλά εμείς την ζήσαμε πρώτο χέρι, αυτά τα αθώα παιδιά, τι φταίνε;

– Α, και δεν έχω δει ταινία του Ταμτάκου από το Internet!

Έστω.

Δεν είναι πάντοτε μία ταινία, το έργο που προστατεύεται από το δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας, όσο οι συνειρμοί που αυτή προκαλεί που έχουν αξία για το άτομο και πιο σημαντικά για την ίδια την κοινότητα των χρηστών. Στο πέρασμα μου από διάφορες mailing lists και forums (fora για τους λατινομαθείς της παρέας), έχω διαπιστώσει ότι αυτές ακριβώς οι προσωπικές αναμνήσεις που προέρχονται από συνειρμούς είναι που αποτελούν το συνεκτικό κορμό διαφόρων κοινοτήτων χρηστών που δημιουργούνται και ανθίζουν στο Διαδίκτυο. Και μπορεί η κοινή πολιτιστική αναφορά ή κεκτημένο να μην είναι αυτό που θα βρεις στο Αρχείο της Ε.Ρ.Τ., αλλά αυτές οι οικολογίες των μικρο-κοινοτήτων είναι που συνιστούν τη ζώσα Ελληνική κοινωνική πραγματικότητα. Facebook groups του στυλ “Τα μεσημέρια στην ΕΤ2 έβλεπα Carrusel,Art Attack και Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι” ή “κι εγώ όταν ήμουν στο Δημοτικό φύτευα φακές σε κεσεδάκι από γιαούρτι” έχουν να μας πουν πολλά για το τι αποτελεί “αξία” στο Διαδίκτυο, ειδικά στο Web 2.0.

Εχώ πολλές φορές αναρωτηθεί γιατί για να δει κανείς νόμιμα κάποιο από τα αριστουργήματα της δεκαετίας του 1980, όπως το “ο Ταμτάκος στο Ναυτικό”, το “Για μια χούφτα Τούβλα” ή “Το Ρεμάλι της Αθήνας”, είτε θα πρέπει να είναι διατεθειμένος να σκάψει με τα νύχια του σε video clubs που εξακολουθούν να αποτίουν φόρο τιμής στα ηρωϊκά 1980s, είτε να ανήκει στους λάτρεις της μεσημεριανής ζώνης κατά την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου.

Tην απάντηση μου την έδωσε ο IP Officer της Βρετανικής Βιβλιοθήκης σε μια κουβέντα που είχαμε ένα κλασσικά βροχερό μεσημέρι στην καντίνα της βιβλιοθήκης:

– Το υπάρχον σύστημα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν είναι φτιαγμένο για έργα με χαμηλή οικονομική και υψηλή πολιτιστική αξία

Η Βρετανική Βιβλιοθήκη έχει δημοσιεύσει μια σειρά από ενδιαφέρουσες μελέτες πάνω σε αυτό το θέμα. Και μολόνοτι η πολιτιστική αξία των ταινιών του Σουγκλάκου είναι συζητήσιμη, είναι σίγουρο ότι το κοινό που ενδιαφέρεται για αυτές δεν είναι αρκετά μεγάλο ώστε να συγκινήσει τους κλασσικούς διανομείς.

Το αποτέλεσμα είναι ότι σε ένα περιβάλλον, οπού οι δυνατότητες αποθήκευσης και διανομής ψηφιακού περιεχομένου διαρκώς αυξάνονται, υλικό με έντονη σημασιολογική διάσταση, και άρα αξία, έστω και για μια μικρή σχετικά ομάδα ατόμων, θα βρει τον τρόπο να διαμοιραστεί μεταξύ τους. Και μάλιστα το υλικό αυτό θα διαμοιραστεί μέσα από τα κανάλια διανομής που εμφανίζουν τις μικρότερες δυνατές τριβές. Εξαιτίας της διαμόρφωσης των παραδοσιακών καναλιών διανομής περιεχομένου που στηρίζονται στις οικονομίες κλίμακας, το υλικό αυτό είναι μάλλον απίθανο να διανεμηθεί μέσα από ένα off-line δίκτυο διανομής. Δυστυχώς αυτό σημαίνει ότι οι νόμιμοι τρόποι διανομής έχουν μεγάλο κόστος για τον χρήστη είτε σε χρήμα (πρέπει να αγοράσεις το DVD κατευθείαν από την εταιρία), είτε σε χρόνο (πρέπει να ψάξεις για μέρες να το βρεις ή να περιμένεις πότε θα δεήσει κάποιο κανάλι να το μεταδώσει).

Αντίθετα, κανάλια διανομής που στηρίζονται στην ομότιμη διανομή (Peer to Peer) έχουν περισσότερες πιθανότητες να λειτουργήσουν, γιατί η πράξη του διαμοιρασμού, όπως μας έχουν διδάξει οι Benkler και Tapscott, είτε αποτελεί αυταξία γι’ αυτόν που την πραγματοποιεί (ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το αίσθημα αυτοεκπλήρωσης που αισθάνεται ο uploader μιας ταινίας του Τσάκωνα στο Veoh;) είτε αποτελεί θετική παρενέργεια μιας ατομιστικής δραστηριότητας (τη στιγμή που κατεβάζω την “Μεγάλη Απόφραξη” από ένα άλλο χρήστη μέσω ενός torrent tracker άλλοι χρήστες κατεβάζουν κι από εμένα).

Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότερες από τις δραστηριότητες αυτές είναι παράνομες. Ο Lessig το θεωρεί τεράστιο πρόβλημα, γιατί η κατάσταση αυτή κατασκευάζει μια ολόκληρη γενιά από “εγκληματίες”. Πράγματι, και στην Ελλάδα η συμπεριφορά αυτή είναι ποινικώς κολάσιμη. Και, επίσης πράγματι, οι περισσότεροι χρήστες του Διαδικτύου έχουν κατεβάσει περιεχόμενο που παραβιάζει το Ν. 2121/93 για την Πνευματική Ιδιοκτησία και τα Συγγενικά Δικαιώματα. Και για να κάνουμε τα πράγματα ακόμη χειρότερα, όπως μάθαμε σε πρόσφατο επεισόδιο της Πολυκατοικίας, τα ομότιμα δίκτυα διαμοιρασμού αρχείων (p2p file-sharing στα Ελληνικά) κόβουν τις δουλειές από τη συμπαθή τάξη των Νιγηριανών πωλητών πειρατικών DVD/ CD.

Υπάρχει κάποια λύση σε αυτό το πρόβλημα; Συγγραφείς όπως ο Fisher έχουν προτείνει συστήματα που μπορούν να αποζημιώσουν τους καλλιτέχνες χωρίς να ποινικοποιούν καθημερινές δραστηριότητες εκατομυρίων πολιτών. Πιο πρόσφατα, η Γερμανία πρότεινε ένα Διαδικτυακό τέλος που φαίνεται να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Αποτελούν οι προτάσεις αυτές Την λύση;

Δε γνωρίζω.

Αλλά σίγουρα είναι καλύτερες από κάποιες άλλες προτάσεις. Όπως η Γαλλική των τριών χτυπημάτων, που παραβιάζει το θεμελιώδες στην Κοινωνία της Πληροφορίας δικαιώμα πρόσβασης στο Διαδίκτυο όταν ο χρήστης θεωρηθεί ότι έχει παραβιάσει τρεις φορές τους νόμους Πνευματικής Ιδιοκτησίας.

Επιφυλάσσομαι να αιτιολογήσω την άποψη μου αυτή σε μεταγενέστερό σημείωμα. Μέχρι τότε ο Ταμτάκος και τα σακάκιά του θα πρέπει να παραμείνουν στην παρανομία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: